Ήμουν κι εγώ στο τρένο, του Ανδρέα Κριτσιμά
ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ απ’ το δείλι διαπερνούσαν τα σύννεφα που έμοιαζαν με πελώρια μπαμπάκια, προσέδιδαν χρυσαφιές αποχρώσεις στην αποβάθρα. Κι έτσι όπως είχα βολευτεί στο κάθισμά μου, αγνάντευα την τέχνη που μου είχε χαρίσει η φύση, ενόσω ο συρμός είχε ξεκινήσει το αέναο ταξίδι του. Με τ’ ακουστικά στ’ αφτιά και με μια τσάντα πλάτης παραγεμισμένη να κρέμεται απ’ την αγκαλιά μου σαν μωρό παιδί, παρατηρούσα την κυρία– η οποία έμοιαζε με εξήντα-κάτι χρόνια– που καθόταν αντίκρυ μου. Ο χρόνος φαινόταν να έχει αφήσει τα σημάδια του στο πρόσωπό της, όμως κάτι στην αύρα της εμφυσούσε καλοσύνη. Έτσι όπως διάβαζε το βιβλίο της– στα πόδια της είχε φυλαγμένη τη βαλίτσα της και μια σακούλα από κάποιο γνωστό ζαχαροπλαστείο της Αθήνας– ένα κατακόκκινο τριανταφυλλάκι ξεγλίστρησε από τις αποσκευές της και σωριάστηκε κατάχαμα. Αίφνης σηκώθηκα να το περιμαζέψω. Την ίδια στιγμή έκλεισε το βιβλίο παραχώνοντας τον δείκτη της στη σελίδα που διάβαζε για να μην χαθεί και μου χαμογέλασε. Κι έτσι όπ...