Ήμουν κι εγώ στο τρένο, του Ανδρέα Κριτσιμά
ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ απ’ το δείλι διαπερνούσαν τα σύννεφα που έμοιαζαν με πελώρια μπαμπάκια, προσέδιδαν χρυσαφιές αποχρώσεις στην αποβάθρα. Κι έτσι όπως είχα βολευτεί στο κάθισμά μου, αγνάντευα την τέχνη που μου είχε χαρίσει η φύση, ενόσω ο συρμός είχε ξεκινήσει το αέναο ταξίδι του.
Με τ’ ακουστικά στ’ αφτιά και με μια τσάντα πλάτης παραγεμισμένη να κρέμεται απ’ την αγκαλιά μου σαν μωρό παιδί, παρατηρούσα την κυρία– η οποία έμοιαζε με εξήντα-κάτι χρόνια– που καθόταν αντίκρυ μου. Ο χρόνος φαινόταν να έχει αφήσει τα σημάδια του στο πρόσωπό της, όμως κάτι στην αύρα της εμφυσούσε καλοσύνη. Έτσι όπως διάβαζε το βιβλίο της– στα πόδια της είχε φυλαγμένη τη βαλίτσα της και μια σακούλα από κάποιο γνωστό ζαχαροπλαστείο της Αθήνας– ένα κατακόκκινο τριανταφυλλάκι ξεγλίστρησε από τις αποσκευές της και σωριάστηκε κατάχαμα.
Αίφνης σηκώθηκα να το περιμαζέψω. Την ίδια στιγμή έκλεισε το βιβλίο παραχώνοντας τον δείκτη της στη σελίδα που διάβαζε για να μην χαθεί και μου χαμογέλασε. Κι έτσι όπως η μουσική τού Χατζηδάκι διαφέντευε τ’ αφτιά μου, η γλύκα της ήρθε κι έπεσε στην πληγωμένη μου ψυχή σα βάλσαμο. Κάπως σα να μαλάκωσε ο χωρισμός μου. Έβγαλα τ’ ακουστικά μου και καλοκάθισα πλάι της. Το παράθυρο πλευρικά του βαγονιού σκοτείνιασε, ενόσω το βαγόνι διάβαινε μέσα από κάποια σήραγγα. Ρίγησα προσώρας. Μόλις οι χρυσαφένιες αποχρώσεις του ουρανού ξεχύθηκαν και πάλι στο βαγόνι, πιάσαμε το κουβεντολόι. Η κυρία Ματίνα θα πήγαινε να δει τα εγγόνια της στη Θεσσαλονίκη• ένθεν και τα γλυκά. Ενώ το κόκκινο τριανταφυλλάκι προοριζόταν για τον άντρα της, ο οποίος αναπαύεται τα τελευταία δώδεκα χρόνια στο κοιμητήριο τής Άνω Τούμπας. Παρόλο που ο θάνατος τούς είχε χωρίσει, η αγάπη τους δεν έλεγε να σβήσει. Σιγόκαιγε βαθιά μες στην καρδιά.
Η ιστορία της με συγκίνησε. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Η φωνή μου, όμως, μαρτυρούσε το λύγισμά μου, καθώς έτρεμε.
Αφότου έφτασε η δική μου η σειρά, δεν πρόλαβα να της πω και πολλά. Αρκέστηκα στο ότι σπουδάζω κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και ότι είχα κατέβει Αθήνα για να δω τους δικούς μου. Για το χωρισμό μου– ούτε λέξη. Σαν κάρβουνο αναμμένο μου έκαιγε τα σωθικά.
Κάποια στιγμή αργότερα, μου παράχωσε στα χέρια το βιβλίο που διάβαζε.
«Για σένα, γιαβρί μου» μου είπε. «Τα βιβλία είναι η καλύτερη παρηγοριά».
Θαρρείς κι ήξερε, τι τρικυμία επικρατούσε στη ψυχή μου. Πλατάγισα τα χείλη μου και επεξεργάστηκα κάπως καλύτερα το βιβλίο: «ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΣΤ’ ΑΣΤΕΡΙΑ» έγραφε στο εξώφυλλό του με γράμματα που αιωρούνταν στον ουρανό σαν αποδημητικά πουλιά– ή σαν χαμένα όνειρα.
ΤΕΛΟΣ


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου