Ας ήμασταν όλοι λουλούδια

"Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα. 
Κι έτσι μια καινούρια θλίψη μπήκε στον κόσμο."
– Τάσος Λειβαδίτης

ΗΤΑΝ ΝΥΧΤΑ, όπως σήμερα. Μια όμορφη νύχτα με αστροφεγγιά. Το φεγγάρι κοσμούσε τον νυχτερινό ουρανό, πιο φωτεινό από ποτέ. Και το αεράκι συνόδευε τον άγνωστο που πλησίαζε στο σπίτι.

Βήματα ακούστηκαν έξω από την πόρτα, κρατώντας έναν βαρύ και ατέρμονο ρυθμό, που τον ακούω μέχρι και σήμερα. Έναν ήχο παγωμένο που μετατράπηκε σε ένα ενοχλητικό χτύπημα στην πόρτα.

Δεν περίμενα επισκέπτη εκείνη τη νύχτα. Οπότε όποιος και να έστεκε στο κατώφλι ήταν ακάλεστος, ένας ενοχλητικός επισκέπτης που θα διέκοπτε το δείπνο μου.

Η πόρτα άρχισε να διαμαρτύρεται από τα χτυπήματα που από μονότονα άρχισαν να γίνονται άγρια, δυνατά, βαριά, βασανιστικά. Αν ήταν κορμί, θα είχε λυγήσει από τον πόνο του βασανιστηρίου.

Κατευθύνθηκα προς την πόρτα, αφήνοντας το δείπνο μου στη μέση. Γενικώς, το ‘χει το αστέρι μου να αφήνω πράγματα στη μέση. Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα, ένα ψυχρό αεράκι πέρασε και χάιδεψε συμπονετικά τα μαλλιά μου. Ένα περίεργο συναίσθημα, που έκανε όλες τις τρίχες του κορμιού μου να σηκωθούνε όρθιες, σαν τάγμα που στέκεται προσοχή μπροστά στο στρατηγό του. Η πόρτα άνοιξε..

Στην αρχή φαινόταν σαν να αρνιόταν να ανοίξει, σαν να μου πήγαινε κόντρα. Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν και η μόνη που  μου πήγαινε κόντρα. Όταν τελικά κατάφερα να την ανοίξω, αντίκρισα έναν άντρα να με κοιτά στα μάτια. Φοβήθηκα. Κι άλλες φορές με έχουν κοιτάξει στα μάτια, αλλά εκείνη την βραδιά στο βλέμμα του, είδα μετά από αρκετό καιρό την αντανάκλαση του εαυτού μου. Ενός εαυτού έντρομου που άνηκε στο είδος των ανθρώπων. Μαζί του ήταν κι άλλοι άντρες, ένα σωρό.

Δεκάδες μάτια γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι, έτσι όπως έπεφτε επάνω τους το φως του φεγγαριού, κάνοντάς τα να μοιάζουν ανατριχιαστικά. Σαν μια αγέλη λύκων να περιστοιχίστηκε γύρω μου, περιμένοντας ανυπόμονα να με κατασπαράξει. Αυτός που έστεκε μπρος με το βλέμμα του θανάτου, ήταν ο αρχηγός και οι άλλοι το κοπάδι.

Αφήνοντάς με να σχηματίσω ούτε μια λέξη, όρμησαν σαν σμήνος καταπάνω μου, σαν να ήμουν το πιο πολύτιμο λουλούδι. Τι δουλειά έχει ένα λουλούδι σε έναν λαχανόκηπο; Φρόντισαν να με ξεριζώσουν από τον τόπο τους, όπως ο κάθε καλός κηπουρός δεν θα άφηνε ποτέ ζιζάνια να φυτρώσουν στο χωράφι του.

Έτσι οι Γερμανοί πήραν το τσεκούρι και άρχισαν να θερίζουν ολόκληρο το χωριό. Σαν στάχυα έπεφταν κάτω οι άνθρωποι. Το αίμα που χυνόταν στη γη, γυάλιζε από τη λάμψη των αστεριών και ο τόπος έμοιαζε σαν να πήρε φωτιά.

Μακάρι να μην άνοιγε ποτέ η πόρτα. Μακάρι να μην είχα έρθει ποτέ στο σπίτι μου. Μακάρι να μην άφηνα το δείπνο στη μέση. Μακάρι να ήταν και οι Γερμανοί Εβραίοι. Μακάρι να ήμασταν όλοι λουλούδια..

*Ένα "κλικ" του Fotografico50, απ' το μαρτυρικό Δίστομο, που σου κόβει την ανάσα, δώρο στον Επίμονο Κηπουρό. 

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το τριαντάφυλλο του θανάτου

Παιδιά με γραβάτες

Επικήδειος