Παιδιά με γραβάτες


ΗΜΟΥΝ ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΣ. Ήμουν δεν ήμουν οκτώ χρονών. Ήμουν μια σταλιά ανθρωπάκι, τότε που θυμάμαι τον πατέρα μου να μπαίνει, για τελευταία φορά, στο δωμάτιό μου. Κι όταν λέω «τελευταία φορά», το εννοώ. Από τότε δεν τον ξαναείδα ποτέ μου…

Πρωινό Τετάρτης. Πρωινό ξύπνημα. Με γάλα και κινούμενα σχέδια. Με την δικαιολογία ότι με πονούσε το στομάχι μου, έκανα άλλο ένα σκασιαρχείο από την τάξη μου στο δημοτικό. Είχα καταντήσει γραφικός τον τελευταίο χρόνο. Έψαχνα συνεχώς νέες δικαιολογίες για να μην  πάω σχολείο: τη μία με πονούσε το κεφάλι μου και την άλλη κάποιο άλλο σημείο του σώματός μου.  Οι γονείς μου δεν παραπονιόντουσαν, έδειχναν να με πιστεύουν· δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Το σχολείο μου ήταν ένα ιδιωτικό πρώτης κλάσης, με δίδακτρα που σου πιάνανε τον κώλο. Και η οικογένειά μου, στην παρούσα φάση, δεν διέθετε χρήματα ούτε για να μας πιάσουν το μικρό μας δαχτυλάκι.

Καμία γκρίνια. Όλοι φύγανε από το σπίτι πρωί πρωί για την αναζήτηση δουλειάς. Μα ήταν τόσο δύσκολα τα πράγματα που όσο την κυνηγούσαν, αυτή την δουλειά, οι γονείς μου, τόσο πιο πολύ απομακρυνόταν απ’ τον ορίζοντα της οικογένειάς μου. Σαν θήραμα που είχε ψυλλιαστεί τους κυνηγούς του στο κατόπι του. Εγώ έμεινα μόνος με μόνη παρέα το γάλα που έσωνε σιγά σιγά και τα κινούμενα σχέδια που με αγκάλιαζαν στα δύσκολα αυτά πρωινά.

Ένα χτύπημα στην πόρτα ήταν αρκετό για να κάνει το ποτήρι μου με το γάλα να βρεθεί στο πάτωμα. Ευτυχώς ήταν πλαστικό και δεν έσπασε. Με την παιδική μου αθωότητα, την πιτζαμούλα και τον λούτρινο αρκούδο μου ετοιμάστηκα ν’ ανοίξω.

Ο πατέρας μου όσο και να παρακαλούσε το πρώην αφεντικό του να τον ξανά προσλάβει, έχανε το χρόνο του. Η τακτική της εταιρίας του ήταν η αραίωση ανθρωπίνου δυναμικού. Λιγότερα χέρια. Λιγότερες σπατάλες. Παράλληλα, η μητέρα μου έψαχνε για δουλειά· ήταν πρόθυμη να κάνει τα πάντα· άλλωστε η δουλειά δεν είναι ντροπή. Από την άλλη, εγώ πάντα ντρεπόμουν τους συμμαθητές μου στο ακριβό σχολείο που πήγαινα με τα χρήματα του μπαμπά. Πριν απολυθεί, είχε πάρα πολύ καλές απολαβές. Ποτέ του δεν είχε φανταστεί ότι μια μέρα θα έμενε στον άσσο, ύστερα από τις θυσίες τόσων χρόνων για να ανεβεί επαγγελματικά στην πολυεθνική των τεράτων. Γιατί αν δεν ήσουν ένα τέρας, δεν μπορούσες να επιβιώσεις στον σκληρό ανταγωνισμό. Και ο μπαμπάς μου δεν ήταν ένα τέρας…

Μεσημέρι πια κι εγώ ήμουν ακόμα μόνος στο σπίτι. Με την παιδική μου αθωότητα, τις πιτζαμούλες μου και με τον λούτρινο αρκούδο μου στην αγκαλιά να με προστατεύει από τα τέρατα που κρύβονται στους τοίχους. Το σαλόνι ήταν κρύο και σκοτεινό. Τα κινούμενα σχέδια είχαν πάψει να διαμαρτύρονται στην οθόνη της παλιάς μας τηλεόρασης. Το πρωί δύο άντρες είχαν έρθει με ένα χαρτί που έλεγε πως έπρεπε να μας κόψουν το ρεύμα. Τι είχε κάνει το ρεύμα και έπρεπε να μας το κόψουν; Δεν μπορούσαμε να το συζητήσουμε; Εγώ τους πρόσφερα λίγο γάλα, μα αυτοί αρνήθηκαν. Τελικά, το κόψανε το ρεύμα με σουγιά και με μαχαίρι. Και αυτό, αιμόφυρτο πια, ψυχορραγούσε στην αγκαλιά μου.

Τα σιχαινόμουν τα βρομόπαιδα των πλουσίων που γέμιζαν το σχολείο με ανούσιες παρουσίες. Πολλές φορές αναρωτιόμουν για ποιο λόγο έπρεπε να πηγαίνει χαμένο τόσο οξυγόνο. Μέσα στο τσούρμο των πλουσιόπαιδων ξεχώριζα σαν γαϊδουράγκαθο μέσα σε ένα τοπίο με παπαρούνες. Δεν ταίριαζα εκεί. Με μισούσαν και με την πρώτη ευκαιρία μου το δείχνανε. Πειράγματα. Απειλές. Βρισιές. Κλωτσιές. Μπουνιές.

Τα σιχαινόμουν τα βρομόπαιδα των πλουσίων που γέμιζαν το σχολείο με ανούσιες παρουσίες. Κυρίως όταν προσπαθούσαν να με πνίξουν με τη γραβάτα. Χαζή, ανούσια γραβάτα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, γιατί ήμασταν αναγκασμένοι να τις φοράμε. Παιδιά με γραβάτες. Λες και τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο. Λες και φορώντας τες, τα βρομόπαιδα θα γινόταν καλύτερα παιδιά.

Ο πατέρας μου είχε επιστρέψει στο σπίτι και έψαχνε να με βρει. Είχε διαπιστώσει, από την πρώτη κιόλας στιγμή, ότι το σπίτι μας δεν είχε πια ρεύμα. Το ρεύμα μας είχε πεθάνει. - Τι κι αν προσπάθησα να το συγκρατήσω στη ζωή. Άδικος κόπος. - Απογοητευμένος, θυμωμένος και θλιμμένος γύρισε όλο το σπίτι ανάποδα για να με βρει. Και τα κατάφερε, με βρήκε κρυμμένο και τρομαγμένο κάτω από το κρεβάτι μου. Τα δάκρυα σχημάτιζαν ρυάκια στο παιδικό μου προσωπάκι. Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη φράση που του είχα πει: «Πέθανε το ρεύμα, μπαμπά. Πέθανε». Με την ανάστροφη του χεριού του απομάκρυνε τα δάκρυά μου, με φίλησε στοργικά και μου πέταξε μια φράση που καρφώθηκε στην καρδιά μου μέχρι και σήμερα… «Σ’ αγαπάω, μικρέ. Να το θυμάσαι.» έπειτα μου χάιδεψε τα μαλλιά και με έσφιξε στην αγκαλιά του.

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδα τον πατέρα μου. Αυτό το καρέ και αυτή η ατάκα είναι το φυλαχτό μου. Ό,τι έγινε μετά, θα ευχόμουν να μην είχε γίνει ποτέ. Μα όταν κάποιος αγαπά, το μυαλό του θολώνει και δεν βλέπει καθαρά.

Τουναντίον, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την αγάπη για κανένα κακό. Η αγάπη θρέφεται και μεγαλώνει με καλοσύνη, ενδιαφέρον και ανιδιοτελή αγάπη. Οπότε ό,τι και να έκανε ο πατέρας μου, το έκανε για το δικό μας καλό. Για το καλό του παιδιού του. Για μένα.

Μέσα στην πολυεθνική των τεράτων μόνο τα τέρατα μπορούν να επιβιώσουν. Άλλωστε ο πιο δυνατός είναι πάντα αυτός που κερδίζει. Δεν φταίει κανείς – η μητέρα φύση έφτιαξε τους κανόνες. Κανόνες που μεγαλώνουν τέρατα. Και κάποια στιγμή τα τέρατα θα φάνε τα τέρατα. Και ολόκληρη η πυραμίδα θα καταρρεύσει.

Ο πατέρας μου, για τελευταία φορά, εξηγεί στο πρώην αφεντικό του τους λόγους για τους οποίους ζητάει γονυπετής τη θέση του πίσω στην πολυεθνική των τεράτων. 

Εγώ είμαι μόνος μου στο σπίτι με το κομμένο ρεύμα, την παιδική μου αθωότητα, τις πιτζαμούλες μου και τον λούτρινο αρκούδο μου να με πνίγει η μοναξιά.

Η μητέρα μου χαμένη στους δρόμους, αναζητώντας μια τιποτένια κωλοδουλειά.

Μπαμ! Το πρώην αφεντικό του πατέρα μου εξερράγη σαν ωρολογιακή βόμβα. Άρχισε να βρίζει τον μπαμπά μου και να του πετάει πράγματα. Τον διατάζει να φύγει από την εταιρία του αυτή τη στιγμή. Τον απειλεί ότι θα φωνάξει την ασφάλεια και το κάνει. Φωνάζει, όντως, την ασφάλεια. Ο πατέρας μου τον κοιτάζει με το βλέμμα ενός νεκρού άψυχου κουφαριού. Αν κοιτούσες τα μάτια του εκείνη τη στιγμή, θα τρόμαζες. Εκείνα δεν ήταν μάτια ενός ανθρώπου. Εκείνα ήταν τα μάτια ενός καρχαρία. Η ασφάλεια μπαίνει στο γραφείο. Ο πατέρας μου, με το βλέμμα του νεκρού, βάζει το χέρι του μέσα στην τσέπη τού παντελονιού του. Λίγα δευτερόλεπτα μετά η φωλιά των τεράτων έπαψε να υπάρχει.

Μπαμ!

Όλοι και όλα είχαν γίνει κομμάτια. Σκόνη στον άνεμο οι ζωές τους. Κανένα τέρας δεν έμεινε ζωντανό στη φωλιά των θηρίων. Ο πατέρας μου σαν ιός μπήκε στη φωλιά τους και τους εξαφάνισε ολοσχερώς.

«Το ΤΕΡΑΣ τους σκότωσε όλους.»

«Το ΤΕΡΑΣ ευθύνεται για την καταστροφή.»

« Το ΤΕΡΑΣ να καεί στην κόλαση.»

Ό,τι και να λένε για τον πατέρα μου, εγώ ξέρω την αλήθεια. Ο πατέρας μου δεν ήταν ποτέ τέρας. Δεν ήταν ποτέ σαν εκείνα τα παιδιά με τις γραβάτες που εκκολάπτονται για να γίνουν τα τέρατα του κοινωνικού μας συστήματος. Μπορεί να είμαι παιδί, αλλά ξέρω την αλήθεια.

Ήμουν πιτσιρίκος. Ήμουν δεν ήμουν οκτώ χρονών. Ήμουν μια σταλιά ανθρωπάκι, τότε που θυμάμαι τον πατέρα μου να μπαίνει, για τελευταία φορά, στο δωμάτιό μου. Κι όταν λέω «τελευταία φορά», το εννοώ. Από τότε δεν τον ξαναείδα ποτέ μου…

«Σ’ αγαπάω, μικρέ. Να το θυμάσαι.»

Κι εγώ σ’ αγαπώ, μπαμπά. Κι εγώ…




*Β' Έπαινος για τα "Παιδιά με γραβάτες" από τον διαγωνισμό Ασημένια Σελίδα των Εκδόσεων Μωραΐτης και Εντύποις, στην κατηγορία: Διήγημα.

**Μπορείτε να διαβάσετε τα "Παιδιά με γραβάτες" και στο βιβλίο "Ασημένια Σελίδα 2014 - Διήγημα 1"  (σελ. 162) των Εκδόσεων Εντύποις & Μωραΐτης.

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το τριαντάφυλλο του θανάτου

Επικήδειος