Πού ήταν ο Θεός;
ΕΦΥΓΑ, ΠΡΙΝ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ, να πάω στα ζωντανά κι όταν γύρισα...
Μεγάλη παύση. Ένας λυγμός σκαρφαλώνει στο λαιμό του κι αρχίζει να τον πνίγει. Παρά ταύτα, βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει:
Κι όταν γύρισα, νόμιζα, -ωχ, Θεέ μου!- ότι κοντοζύγωνα στην Κόλαση - σα να διάβαινα, γιε μου, τις Πύλες της Κολάσεως. Φρίκη! Ο θάνατος σε τρυπούσε ως την καρδιά. Παντού, τριγύρω, τον ένιωθες να σε ζυγώνει. Φωτιές, καπνός και θανατικό. Μ' έζωναν τα φίδια έως ότου να φτάκω στο σπίτι μου - δεν ήξερα τι θ' αντικρίσω. Πάλι καλά που δεν έσπασε η καρδιά μου απ' την πίεση.
Σταματάει για να πιει μια γουλιά νερό. Το στόμα του έχει στεγνώσει, σε πλήρη αντίθεση με τα μάτια του που είναι υγρά κι έτοιμα να στάξουν.
Δεν ήξερα τι -στο διάβολο- μπορεί να είχε συμβεί και ούτε καν το φανταζόμουν. Ναι, είχαμε πόλεμο. Ναι, στον πόλεμο συμβαίνουν φρικτά και τρομερά πράγματα. Εκεί, παιδί μου, ο άνθρωπος βγάζει την καλοσυνάτη μάσκα του και παύει να υποκρίνεται τον καλό - πλέον είναι ελεύθερος να κάμει ό,τι τον προστάζει ο διάβολος. Ο διάβολος, ω, ναι, αυτός πρέπει να τα έκανε όλα. Αυτός έστειλε τους Ναζί στο χωριό μου. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο. Μόνο αυτός, με τη σκοτεινή του ψυχή, θα μπορούσε να κόψει τόσες ψυχές λες κι ήταν λουλούδια. Αυτός, μονάχα αυτός, θα έστελνε τον θάνατο να εισπράξει τα δανεικά με το χειρότερο τρόπο.
Με κοιτάζει στα μάτια και νιώθω ένα ηλεκτρικό ρεύμα να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου. Τα μάτια του αντανακλούν όλα όσα είδε - όλα όσα έζησε. Και ήταν πράγματι φρικτά.
Γερόντια, νέα παιδιά, γυναίκες, κουτσούβελα, ακόμα -
Κομπιάζει.
Ακόμα και βρέφη, ναι καλά άκουσες - ακόμα και βρέφη σκότωσαν οι άσπλαχνοι. Δεν έδειξαν κανένα έλεος.
Ένα δάκρυ κυλάει στις ρυτίδες που χαράζουν το πρόσωπό του σαν αυλάκια.
Εγώ είχα πάει στα ζωντανά κι όταν γύρισα σπίτι-
Σπάει σαν τρυφερό κλαδάκι και αναλύεται σε λυγμούς.
Τους έβρηκα όλους - ΟΛΟΥΣ νεκρούς.
Τ' αναφιλητά δεν τον αφήνουν να συνεχίσει τη διήγησή του. Έπειτα από λίγα λεπτά, συνέρχεται, πίνει ακόμα μια γουλιά νερό και συνεχίζει:
Ήβρηκα τη γυναίκα μου με σκισμένα ρούχα. Ήταν χτυπημένη σ' όλο της το σώμα λες και τη γρονθοκόπησε παλαιστής. Κι όταν μπήκα στην καμάρα των παιδιών, η καρδιά μου έσπασε απ' τον πόνο - η κόρη μου μαζί με το μικρό παιδί μου, ήταν αποκεφαλισμένοι.
Κλαίγοντας.
Ποιος διάολος θα τά 'καμε όλ' αυτά, μου λες; Κι ο Θεός - ο Θεός, πού στο καλό ήταν εκείνο το βράδυ;
Παίρνει μια βαθιά ανάσα.
Εγώ ήμουν στα ζωντανά και τη γλίτωσα, θα λένε. Καλύτερα να μού 'χαν καρφώσει δέκα μολυβιές στην καρδιά πριν προφτάσω να φτάκω σπίτι μου. Καλύτερα να με είχαν σκοτώσει. Άλλωστε και τώρα, νεκρός είμαι.
Η φωτογραφία που έσφιγγε στα χέρια του, είχε μουσκέψει απ' τα δάκρυα. Απ' την ανελέητη φθορά του χρόνου, ό,τι απεικονίζονταν στη φωτογραφία, είχε πια σβηστεί. Κρατούσε πλέον ένα χαρτί που δεν έδειχνε απολύτως τίποτα. Και πριν προλάβω καν να τον ρωτήσω, μου είπε σχεδόν παρακλητικά:
Όσοι αγαπάς, δεν σβήνουν ποτές απ' το μυαλό και την καρδιά σου. Μ' άκουσες; Ποτές.
*Δυστυχώς, οι αληθινές διηγήσεις απ' τη σφαγή του Κομμένου, τον Αύγουστο του 1943, απ' τους ναζί, είναι, αδιαμφισβήτητα, μαχαίρια στην καρδιά.
Η ιστορία οφείλει, και πρέπει, να μας διδάσκει: τίποτα χειρότερο απ' το φασισμό.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου