Γαύδος, του Ανδρέα Κριτσιμά
Όποιος
έχει την καρδιά,
έχει
και το κορμί.
― Chrétien
De Troyes
Δευτέρα, 6 Ιουλίου 1980
Κολλητέ Γιώργο,
Προχθές φτάσαμε στο
νησί και εγκατασταθήκαμε στο σπίτι της θείας μου, της Ελένης. Φτάσαμε βράδυ κι
ο ουρανός χάριζε απλόχερα αστροφεγγιά. Μπορεί να είχε πέσει κάπως η
θερμοκρασία, ωστόσο η υγρασία ήταν ανυπόφορη.
Το σπίτι της θείας
Ελένης (να σου θυμίσω πως η θεία Ελένη είναι η αδερφή της μαμάς μου) βρίσκεται
σ’ έναν λόφο αντίκρυ της θάλασσας. Όλο το βράδυ άκουγα τα κύματα να ψιθυρίζουν
αιώνια μυστικά, καθώς παραδινόμουν σ’ έναν βαθύ ύπνο.
Όταν ξύπνησα, έμεινα να
χουζουρεύω κάμποση ώρα στο κρεβάτι. Ο νους μου σεργιάνιζε πάλι στη γειτονιά
μας. Φανταζόμουν εμάς να τρέχουμε πάνω-κάτω στον χωμάτινο δρόμο, να
σκαρφαλώνουμε στα δέντρα και να χανόμαστε στους δρόμους παίζοντας κρυφτό.
Ακούω τη μαμά να με
φωνάζει. Οπότε θα πρέπει να βιαστώ και να κλείσω το γράμμα. Θα σου γράψω το
συντομότερο.
Υ.Γ.: Ξέχασα να σου πω: ο μπαμπάς δεν ήρθε μαζί μας. Έμεινε πίσω στην
Αθήνα για δουλειές. Έτσι, τουλάχιστον, μου είπε η μαμά. Όμως δεν την πίστεψα.
Κάτι άλλο συνέβη…
Δικό σου, Αλκαίος
Τρίτη, 22
Ιουλίου 1980
Κολλητέ Γιώργο,
Συγγνώμη που πέρασε
καιρός από την τελευταία φορά που σου έγραψα, αλλά είχα αρρωστήσει και δεν είχα
καμία όρεξη να πιάσω χαρτί και μολύβι. Για σχεδόν μια βδομάδα ψηνόμουν στον
πυρετό. Η μαμά και η θεία είχαν τρομοκρατηθεί. Έναν γιατρό έχουμε όλο κι όλο στο
νησί κι αυτόν δύσκολα τον βρίσκεις. Ειδικά αν δεν κατοικείς στη Χώρα. Κι εμείς,
να σου θυμίσω, μένουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά.
Ευτυχώς, όμως ο πυρετός
έπεσε κι εγώ είμαι καλά. Ο γιατρός που με εξέτασε είπε πως μάλλον είχα πάθει
ηλίαση. Οπότε κομμένες οι τσάρκες μες το καταμεσήμερο στο ακρογιάλι.
Η μαμά είχε αρχίσει τη
μουρμούρα και η θεία στο πλάι προσπαθούσε να την ηρεμήσει.
«Άσ’το παιδί, Ντίνα,
μην το μαλώνεις!» της έλεγε με ήρεμη φωνή, η οποία ξεχείλιζε καλοσύνη.
Ο μπαμπάς δεν ήρθε
ακόμη. Και όπως φαίνεται, μάλλον δεν θα έρθει. Κάτι έγινε ανάμεσα σε αυτόν και
τη μαμά. Το ξέρω. Το νιώθω. Είναι αρκετές οι φορές που πιάνω τη μαμά μου σε
ανύποπτο χρόνο να βυθίζεται στον πόνο και στη λύπη. Όμως δεν της λέω τίποτα.
Μεσοβδόμαδα κατέφτασαν
και οι επισκέπτες του διπλανού σπιτιού. Εδώ που ζούμε, δεν έχει πολλά σπίτια.
Ούτε και πολλά παιδιά. Βασικά, δεν έχει κανένα παιδί. Οπότε κάθε μέρα και κάθε
ώρα που περνάει, βαριέμαι όλο και περισσότερο. Γι’ αυτό και χάρηκα πολύ, όταν
πρωτοέφτασαν οι ξένοι στο σπίτι πλάι στο δικό μας.
Συγγνώμη που σου πήρα
το κεφάλι με τα δικά μου. Εσύ πώς είσαι; Σου λείπω καθόλου; Εμένα, να ξέρεις,
μου λείπει πολύ η παρέα μας.
Αλήθεια, πότε θα φύγεις
για το χωριό σου στην Ήπειρο;
Δικός σου, Αλκαίος
Τετάρτη, 30
Ιουλίου 1980
Κολλητέ Γιώργο,
Χάρηκα πολύ που έλαβα
γράμμα σου! Μακάρι να ήσουν εδώ. Είμαι βέβαιος πως θα σου άρεσε πολύ το μέρος. Μοιάζει
με κομμάτι του παράδεισου, λέει η θεία μου η Ελένη. Κι εδώ που τα λέμε, δεν
έχει άδικο. Απλώς είναι τόσο ήρεμα και βαρετά όσο και στον παράδεισο. Γι’ αυτό
κι εγώ τον τελευταίο καιρό, πού με χάνουν πού με βρίσκουν, ολημερίς τριγυρίζω
σα μελισσάκι στο σπίτι των Ιταλών που μένουν δίπλα μας.
Η Άμπα και ο Άντζελο
κοντεύουν τα τριάντα. Είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που θα περάσουν την
καλοκαιρινή άδειά τους σ’ αυτό το ελληνικό, ερημονήσι. Δεν έχουν παιδιά μήτε
σκυλιά μήτε γατιά. Και ούτε βιάζονται να αποκτήσουν, τουλάχιστον, για την ώρα.
Η θεία μου που ξέρει άπταιστα Ιταλικά, μιας και ο πρώην σύντροφός της ήταν από
την Σικελία, τους γνώρισε και τους καλοδέχτηκε στο σπίτι μας.
Χθες το βράδυ τους είχε
καλέσει για φαγητό. Είχε φτιάξει μπριζόλες στο φούρνο με πατάτες. Εντωμεταξύ
ξέρεις πόσο σιχαίνομαι το χοιρινό, αλλά δεν έβγαλα μιλιά. Το έφαγα όλο για να
μην την στεναχωρήσω. Είχε κάνει τόσο κόπο να τα μαγειρέψει όλα αυτά. Η μαμά,
ωστόσο, δεν έφαγε μπουκιά. Κάτι την απασχολούσε. Κάποια έγνοια την βασάνιζε.
Από την άλλη, η γλώσσα
της θείας Ελένης πήγαινε ροδάνι. Απορούσα πώς είχε μάθει τόσο καλά Ιταλικά. Το
έβαλα γινάτι λοιπόν να μάθω κι εγώ Ιταλικά. Ενόσω έφτιαχνα μικρά μπαλάκια με το
ζυμαράκι από το ψωμί, κοιτούσα την Άμπα και τον Άντζελο. Και τότε, για πρώτη
φορά, ένιωσα κάτι να σαλεύει στην καρδιά μου. Μα και κάτω χαμηλά, κάπου ανάμεσα
στα πόδια μου, μια ζέστη και μια έξαψη είχε αρχίσει να φουντώνει.
Ντράπηκα πολύ. Γι’ αυτό
και σκαρφίστηκα μια δικαιολογία του τύπου «με πονάει η κοιλιά μου» και το
έσκασα κακήν-κακώς για το δωμάτιό μου.
Φίλε Γιώργο, εσύ έχεις
νιώσει ποτέ κάτι αντίστοιχο;
Δικός σου, Αλκαίος
Πέμπτη, 7
Αυγούστου 1980
Κολλητέ Γιώργο,
Ειλικρινά λυπάμαι για
τον θάνατο της γιαγιάς σου. Θα ήθελα πολύ να ήμουν εκεί, στο πλευρό σου να σε
παρηγορώ. Ωστόσο, όταν γυρίσουμε στον Άλιμο, θα σου φέρουμε για δώρο ένα
κουτάβι. Ελπίζω να τον θέλεις. Η σκυλίτσα της θείας μου γέννησε πέντε
χαριτωμένα κουταβάκια. Το ένα πέθανε στη γέννα. Τα άλλα τρία θα τα δώσουμε σε
κατοίκους στο νησί και το πιο μικρόσωμο θα σου το φέρουμε, όταν γυρίσουμε πίσω
αφότου περάσει το καλοκαίρι.
Κουράγιο, φίλε μου.
Ξέρω πόσο πολύ την αγαπούσες.
Η μαμά μου, μόλις έμαθε
τα μαντάτα που μας έστειλες εσώκλειστα στο γράμμα σου, ξέσπασε σε λυγμούς.
Σίγουρα λυπήθηκε για τη γιαγιά σου, εντούτοις κάτι μου λέει πως έψαχνε ευκαιρία
για να κλάψει.
Κάμποσα βράδια πριν,
νομίζοντας η θεία και η μαμά μου ότι είχα ξαπλώσει, είχαν αρχίσει να μιλάνε για
τον πατέρα μου. Και κάπως έτσι το κουβάρι είχε αρχίσει να ξετυλίγεται…
Ο πατέρας μου απατούσε
τη μαμά. Μα γιατί να την απατήσει;
σκέφτηκα. Ποιος θα είχε τέτοια γυναίκα
και θα την πρόδιδε για κάποια άλλη;
Η μαμά μου καθώς
έκλαιγε με αναφιλητά, ξεστόμισε στη θεία
μου τα σχέδια της:
«Θα τον χωρίσω, Ελένη.
Δεν αντέχω άλλο. Θα πάρω το παιδί και θα φύγω».
Δεν ξέρω τι να κάνω,
φίλε μου. Παρόλο που θα έπρεπε να πονέσω κι εγώ από αυτό που έκανε ο πατέρας
μου στη μαμά μου, οι σκέψεις μου κατακλύζονται από μονάχα ένα πράγμα-
Κρατάς μυστικό;
Απ’ όταν ξεκίνησα
μαθήματα Ιταλικών, ο Άντζελο δε λέει να φύγει απ’ το μυαλό μου· λες κι μ’ έχει
στοιχειώσει τριγυρίζει μέρα-νύχτα στις σκέψεις μου και με ξεσηκώνει.
Σε παρακαλώ, μην το
πεις πουθενά. Δεν ξέρω αν πρέπει να σκέφτομαι έτσι. Ίσως να μην είμαι καλά.
Ίσως να αρρώστησα. Μπορεί ο πυρετός που πέρασα όταν πρωτόφτασα στο νησί να
φταίει.
Δεν ξέρω αλήθεια τι μου
συμβαίνει. Τα συναισθήματα που με κατακλύζουν από τη μία μου αρέσουν και από
την άλλη με κάνουν να ντρέπομαι. Άραγε, θα έπρεπε να ντρέπομαι;
Όπως και νά ‘χει, σε
παρακαλώ, μην το πεις πουθενά!
Δικός σου, Αλκαίος
Πέμπτη, 20 Αυγούστου 1980
Κολλητέ Γιώργο,
Ο σκύλος σου μεγαλώνει.
Του αρέσει να κυνηγάει μύγες. Είναι σπουδαίος κυνηγός. Ανυπομονώ να σ’ τον
φέρω. Είμαι σίγουρος πως θα χαρείς πολύ όταν τον γνωρίσεις. Κι αυτός θα χαρεί
πολύ.
Δεν θα το πιστέψεις
αυτό που έγινε! Την Κυριακή το απόγευμα, καθώς ο ήλιος ζεμάταγε, είπα να το
σκάσω και να πάω μια βόλτα στη θάλασσα. Έψαχνα πώς και πώς μια λύση για να με
δροσίσει. Έστω και λίγο.
Έτσι όπως σίμωνα στην χρυσαφένια αμμουδιά που
την έγλειφαν τα κύματα, αντίκρισα τον Άντζελο να βγαίνει από τη θάλασσα και να
κοντοζυγώνει στην αμμουδιά. Ο καυτός ήλιος έκανε το κορμί του να λαμπυρίζει απ’
το θαλασσινό νερό και την αρμύρα που είχε κολλήσει στο δέρμα του.
Ξοπίσω του, κάμποσα
μέτρα παρακεί, σαν γοργόνα ξεπρόβαλε απ’ τον αφρό της θάλασσας η Άμπα. Ήταν
γυμνόστηθη. Ασυναίσθητα έτρεξα και κρύφτηκα πίσω απ’ τα αρμυρίκια. Έμεινα να
τους κοιτάζω. Ο Άντζελο κι η Άμπα είχαν πλέον βγει στην ακρογιαλιά και ξάπλωσαν
πάνω σε κάτι πετσέτες που είχαν απλώσει στην άμμο. Ξάφνου η φλόγα στα στήθια
μου είχε αρχίσει να φουντώνει ξανά.
Ο Άντζελο είχε αποθέσει
το ψάθινο καπέλο του ακριβώς πάνω από το σημείο που ξεπετάγονταν τα γεννητικά
του όργανα για να κρύψει τη γύμνια του. Ίσως
και να τον ενοχλούσε ο ζεματιστός ήλιος, σκέφτηκα.
Έκανε ανυπόφορη ζέστη.
Τόση που ο ιδρώτας κεντούσε το κορμί μου και μούσκευε το άσπρο φανελάκι μου.
Ωστόσο εξακολουθούσα να τους παρακολουθώ. Έστεκα εκεί σα να περίμενα κάτι
παραπάνω.
Ντροπή μου, αλλά κάτι
μέσα στο εσώρουχό μου είχε αρχίσει να φουσκώνει. Τα ολόγυμνα κορμιά τους κάτω
απ’ τον καυτό ήλιο έμοιαζαν με Σειρήνες που με καλούσαν κοντά τους. Με το ζόρι
συγκρατούσα τον εαυτό μου. Κάθε κύτταρο του κορμιού μου μού ούρλιαζε να πάω
κοντά τους. Όμως εγώ παρέμεινα πίσω απ’ τα αρμυρίκια.
Ο ήχος απ’ το κλαδί που
έσπασε ήταν αρκετός για να τραβήξει την προσοχή του Άντζελο. Όταν έριξε το βλέμμα
του προς το μέρος μου, είχα κιόλας γίνει καπνός. Ίσως, όμως, και να με είδε,
πριν χαθώ, να έχω το χέρι μου μέσα στο εσώρουχό μου.
Γιώργο, ειλικρινά σε
ντρέπομαι. Ίσως και να μην έπρεπε να σου τα εξομολογηθώ όλα αυτά. Αλλά δεν έχω
σε ποιον να μιλήσω. Προσπάθησα να εξομολογηθώ στον παππά του χωριού, όμως όταν μπήκα
στο ξωκλήσι, αποφάσισα να σωπάσω. Κάποια πράγματα θα πρέπει να τα κρατάμε για
τον εαυτό μας. Ποτέ δε ξέρεις πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει η αλήθεια…
Θα σε αφήσω, γιατί έχει
έρθει ο πατέρας μου.
Δικός σου, Αλκαίος
***
Κυριακή, 31
Αυγούστου 1980
Κολλητέ Γιώργο,
Σήμερα σου γράφω το
τελευταίο γράμμα. Συγγνώμη που έχω τόσο καιρό να σου γράψω, αλλά έχουν γίνει
τόσα πολλά που δεν μπορώ να σ’τα πω.
Το απόγευμα θα
αναχωρήσουμε για το μικρό λιμάνι, όπου από κει θα πάρουμε μια βάρκα για να
γυρίσουμε σπίτι μας.
Οι ιταλοί θα φύγουν κι
αυτοί. Η θεία μάς είπε ότι πρόκειται να πάνε κρουαζιέρα στο Νείλο. Δε
φαντάζεσαι, φίλε μου, πόσο ζηλεύω. Και τι δεν θα έδινα για να πήγαινα κι εγώ
μαζί τους. Ωστόσο, θα πρέπει να γυρίσω με τους γονείς μου στον Άλιμο.
Αποφασίσανε να συμβιβαστούν και να προσπαθήσουν να σώσουν το γάμο τους. Δεν
ξέρω, όμως, αν υπάρχει κάτι να σωθεί.
Ο πατέρας δεν θέλει να
πάρουμε τον σκύλο, κυνηγό μυγών, μαζί μας. Λέει πως θα μας είναι βάρος. Η μαμά
συμφώνησε μαζί του. Άλλη μια φορά που κάνει, ό,τι της πει.
Υπό άλλες συνθήκες θα
επέμενα να τον πάρουμε μαζί μας, μιας και σου τον έταξα πως θα σου τον χαρίσω. Όμως
έπειτα από το θαύμα που έζησα με τους ιταλούς, το μυαλό μου σκέφτεται μονάχα
αυτό: την Άμπα, τον Άντζελο κι εμένα παραδομένους στα κύματα του έρωτα.
Φίλε μου, αυτή είναι η
τελευταία φορά που σου γράφω.
Τώρα που θα γυρίσουμε
στο σπίτι μας στον Άλιμο, ανυπομονώ να σε συναντήσω. Έχω πιθυμήσει πολύ την
παρέα σου. Δεν ξέρω, αν μπορέσω ποτέ να σου εκμυστηρευτώ όλα όσα σεκλετίζουν
την καρδούλα μου. Ίσως κάποια μέρα που θα νιώθω γενναίος και τρανός να σου
εξομολογηθώ όλα όσα έγιναν με μένα και τους Ιταλούς. Ως τότε όμως θα μείνουμε
απλώς στο ότι η Γαύδος ίσως και να είναι ο Παράδεισος. Όταν μια μέρα θα σου
εξηγήσω, θα καταλάβεις.
Λοιπόν, σ’ αφήνω, με
φωνάζουν να κατέβω για φαγητό. Θα είναι και οι ιταλοί στο τραπέζι…
Δικός σου, Αλκαίος
***
Δευτέρα, 22 Μαΐου
2023
Κολλητέ Γιώργο,
Αυτό το γράμμα έπρεπε
να σ’ το είχα γράψει στα δεκαπέντε μου, τότε που με τη μητέρα μου είχαμε πάει
στο νησί για να περάσουμε το καλοκαίρι μας, προσπαθώντας να ξεφύγουμε για λίγο
από τις έγνοιες και τα βάσανα που κατέτρωγαν το σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν αυτή
που κατά βάση ήθελε να το βάλει στα πόδια, τότε που ανακάλυψε την εξωσυζυγική
σχέση του πατέρα μου κι έγινε κομμάτια.
Ήθελα τόσο να σου γράψω
για τους ιταλούς. Όμως δεν είχα βρει το θάρρος να σου πω όλα όσα είχαν συμβεί
εκείνο το καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων στη Γαύδο. Τότε που ενηλικιώθηκα με
τον πιο όμορφο τρόπο.
Αργότερα, όταν πέρασαν
τα χρόνια, ούτε και τότε είχα βρει το σθένος να σου μιλήσω. Ίσως τελικά να το
εξομολογηθείς όλα όσα σιγοκαίνε μέσα στα σπλάχνα σου, θέλει θάρρος και τόλμη.
Κι εγώ προφανώς δεν είχα μήτε το ένα μήτε το άλλο.
Δεν ξέρω ωστόσο γιατί
το φύλαξα επτασφράγιστο μυστικό στα κιτάπια τής καρδιάς μου. Ό,τι συνέβη εκείνο
το καλοκαίρι ανάμεσα σε μένα και τους ιταλούς, ήταν πράγματι ένα θαύμα. Θείο
δώρο. Ίσως γι’ αυτό να μην μπορούσα ή να μην ήθελα να το μοιραστώ. Το κράτησα
μέσα μου, τόσα χρόνια, σα φυλαχτό.
Κι αυτό το φυλαχτό,
φίλε μου, έφτασε η ώρα να σ΄το χαρίσω. Θέλω, επιτέλους, να σου εκμυστηρευτώ όλα
όσα είχαν συμβεί εκείνο το καλοκαίρι…
Λοιπόν, ας πάρουμε τα
πράγματα από την αρχή. Ή πιο σωστά ας το πιάσουμε λίγο πριν απ’ το συμβάν που
μου σημάδεψε τη ζωή.
Να σου θυμίσω εκείνο το
σεργιάνι μου στο ακρογιάλι κάτω απ’ τον ζεματιστό ήλιο που έψαχνα απεγνωσμένα
για λίγη δροσιά να με παρηγορήσει, αλλά αντί για ανακούφιση απ’ τη δροσιά βρήκα
την Άμπα και τον Άντζελο να κολυμπάνε στον κολπίσκο ολόγυμνοι. Κι εγώ αντί να
φύγω και να τους αφήσω μόνους τους, έμεινα κρυμμένος πίσω απ’ τα αρμυρίκια
στήνοντας μπανιστήρι. Έλα όμως που ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και
τον νοικοκύρη και κάποια στιγμή, αν θυμάσαι, ένα κλαδάκι έσπασε και ο αχός του
τράβηξε την προσοχή του Άντζελο προς την κρυψώνα μου. Παρόλο που είχα προλάβει
να γίνω καπνός, είχα την αίσθηση ότι ίσως το βλέμμα του να με γράπωσε λίγο πριν
εξαφανιστώ.
Έπειτα από αυτό το
σκηνικό στην ακρογιαλιά, τους απέφευγα όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όμως η Άμπα
είχε αρχίσει να με αναζητά. Ήταν βλέπεις και τα μαθήματα στη μέση. Κι έτσι, μην
μπορώντας να κρύβομαι εσαεί, υπέκυψα και πήγα στο σπίτι τους. Χάρηκε τόσο πολύ
που με είδε. Μου έστυψε φρέσκια πορτοκαλάδα και μου την πρόσφερε για να με
δροσίσει. Όμως η φλόγα μέσα μου δεν έλεγε να καταλαγιάσει.
Η υγρασία σε συνέργια
με τη ζέστη έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνιχτική. Κάπως έτσι θα είναι και στην
Κόλαση, σκέφτηκα. Σα να βράζαμε σε καζάνι.
Είχα πιάσει το ποτήρι
και ήπια το χυμό που μου πρόσφερε μονορούφι. Η Άμπα κάτι είχε μουρμουρίσει στα
ιταλικά, αλλά δεν το είχα πολυκατάλαβει τότε. Όχι ότι τώρα μπορώ να θυμηθώ έστω
και στο περίπου τι είχε πει. Είχα πιάσει μόνο ότι θα έλειπε γιατί έχει
δουλειές. Και πριν προκάμει να φύγει, μπήκε μέσα στο σαλόνι ο Άντζελο. Φορούσε
ένα αέρινο, λευκό πουκάμισο. Κάθισε στο τραπέζι και με προσκάλεσε να τον
πλησιάσω. Κρατούσε ένα τετράδιο κι ένα μολύβι, όπου στη συνέχει τα απόθεσε στο
τραπέζι. Τράβηξα την καρέκλα πλάι του και κάθισα με το βλέμμα μου ριγμένο στο
πάτωμα. Άνοιξε το τετράδιο και μου το έσπρωξε μπροστά μου. Η σελίδα μπροστά μου
ήταν χωρισμένη στη μέση με μια γραμμή. Μου ζήτησε να γράψω καλές λέξεις στα
αριστερά και κακές λέξεις στα δεξιά.
Τον υπάκουσα κι άρχισα
ευθύς αμέσως να σκαλίζω το μυαλό μου για να θυμηθώ όσες λέξεις είχαμε κάνει.
Καθώς έγραφα, εκείνος με παρατηρούσε μ’ ένα χαμόγελο να τρεμοπαίζει στα χείλη
του. Τι να σκεφτόταν άραγε;
Λες να με είδε που είχα
κρυφτεί πίσω απ’ τα αρμυρίκια και τους μπάνιζα ενόσω οι δυο τους ήταν
ξαπλωμένοι στην αμμουδιά; Αποκλείεται! Αν με είχε πάρει είδηση, σίγουρα θα μου
το είχε πει. Θα με είχε επιπλήξει. Ή τέλος πάντων κάτι θα μου είχε πει. Αντ’
αυτού σιωπή. Σα να μην συνέβη τίποτα.
Πέρασαν δέκα ολόκληρα
λεπτά κι εγώ δεν είχα γράψει ούτε μια λέξη. Μήτε καλή μήτε κακή. Ο Άντζελο
τράβηξε κοντά του το τετράδιο. Κοίταξε τις στήλες που τις βρήκε έτσι όπως τις
άφησε και αναστέναξε. Με κοίταξε, αλλά προς έκπληξή μου δεν μου θύμωσε, μου
χαμογέλασε. Έσπρωξε και πάλι το τετράδιο προς το μέρος μου. Και μου ζήτησε να
γράψω, ό,τι θέλω. Εγώ εντωμεταξύ είχα μείνει να τον κοιτάζω. Έπιασε το μολύβι
και μου το έχωσε στα δάκτυλά μου. Έτσι όπως με άγγιξε ανατρίχιασα. Το στομάχι
μου σφίχτηκε μονομιάς λες και έφαγα μπουνιά. Ίσως έτσι να νιώθουν όσοι
ερωτεύονται. Κάτι είχα ακούσει πως πεταλούδες πετάνε στα στομάχια τους.
Η φωνή της Άμπα
ακούστηκε κάπου μέσα απ’ τα δωμάτια. Κάτι του είχε είπε στα ιταλικά. Κι ο
Άντζελο ανταποκρίθηκε. Της απάντησε κι αυτός στα ιταλικά. Σηκώθηκε απ’ την
καρέκλα του κι έπειτα μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.
Μ’ έπιασε απ’ το χέρι
και με οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Η Άμπα είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι. Είχε χωθεί
κάτω απ’ τα σεντόνια. Εντωμεταξύ το καυτό αεράκι έκανε τις κουρτίνες να
λικνίζονται σαν χορεύτριες. Η Άμπα μού χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. Χαμογέλασα κι
εγώ κάπως αμήχανα. Κοντοστάθηκα στην πόρτα ενόσω ο Άντζελο την πλησίαζε.
Έσκυψε από πάνω της και
τη φίλησε παθιασμένα. Το φιλί είχε αρκετή διάρκεια. Αισθάνθηκα κάπως άβολα.
Τι γυρεύα εκεί; Πλέον δεν υπήρχε καμία αμφιβολία: ο Άντζελο με είχε δει που
τους παρατηρούσα κρυμμένος πίσω απ’ τους θάμνους. Γιατί όμως με προσκάλεσαν στο
υπνοδωμάτιό τους; Ήθελαν να με τιμωρήσουν κάνοντάς με να νιώσω άσχημα ή μήπως
ήταν πρόσκληση για κάτι άλλο;
Ο Άντζελο είχε αρχίσει
να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του ενώ εγώ είχα αναψοκοκκινίσει λες και είχα πάρει
φωτιά. Όταν το έβγαλε το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Το κορμί του έμοιαζε με
αρχαιοελληνικό άγαλμα. Κάθε μυς ήταν σμιλεμένος λες και είχε λαξευτεί από
κάποιον καλλιτέχνης τής Αναγέννησης. Οι παλμοί μου είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ το ανελέητο
χτυποκάρδι.
Η Άμπα με μια αέρινη
κίνηση απομάκρυνε το σεντόνι αποκαλύπτοντας το γυμνό κορμί της. Έμοιαζε με
γοργόνα που είχαν ξεβράσει τα κύματα στην ακτή. Τα πλούσια στήθη της έμοιαζαν
να με κοιτάζουν επίμονα προκαλώντας μου ταραχή.
Ενώ ο Άντζελο κατέβαζε
το σορτς μαζί με το εσώρουχό του, εγώ κόντευα να πεθάνω. Και πλέον όταν έμειναν
κι οι δυο τους ολόγυμνοι με κάλεσαν κι εμένα στο κρεβάτι.
Αλήθεια σου λέω, όσο κι
αν φαντάζει ψέμα, έτσι έγινε. Εγώ είχα μείνει αποσβολωμένος να κοιτάζω τους
γυμνούς αγγέλους μπροστά μου ενώ ο Άντζελο με πλησίασε και με τράβηξε κοντά
τους. Άλογα αλώνιζαν στο μυαλό μου. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω.
Παρά τους δισταγμούς
και τις αναστολές μου, ενέδωσα εντέλει στον πειρασμό. Βρέθηκα ξαπλωμένος στα
μεταξένια σεντόνια ανάμεσα στον Άντζελο και την Άμπα. Δεν κατάλαβα πότε έβγαλα
τα ρούχα μου. Πλέον ήμασταν και οι τρεις μας όπως ο Αδάμ και η Εύα· ολόγυμνοι
κι έτοιμοι να δαγκώσουμε τον καρπό της αμαρτίας.
Τα κορμιά μας είχαν
μπλεχτεί σαν κλωστές που τις ένωσε η μοίρα. Όταν ενωθήκαμε, είχα την αίσθηση
πως ο κόσμος είχε αρχίσει να μικραίνει. Ένα θαύμα γεννιόταν μπρος στα μάτια
μου. Και είμαι σίγουρος πως επρόκειτο για θαύμα, γιατί το δωμάτιο μοσχομύριζε
μύρο και λιβάνι.
Οι ανάσες και τα
βογγητά μας αποτελούσαν το πιο όμορφο τραγούδι που είχα ακούσει ποτέ μου. Λες
και αγγέλοι κατέβηκαν απ’ τα ουράνια για να σαλπίσουν τον ερχομό μας στον
παράδεισο.
Πλέον είχαμε πέσει απ’
το κρεβάτι και κυλιόμασταν στο πάτωμα σαν αγρίμια που ο έρωτας θα τα εξημέρωνε.
Άλλωστε ο έρωτας όλα τα αγιάζει. Έτσι κι εμείς ήπιαμε ο ένας από το ιερό
δισκοπότηρο τού άλλου σφραγίζοντας με αυτό τον τρόπο την ένωσή μας.
Αφότου μεταλάβαμε τη
Θεία Κοινωνία, αφεθήκαμε στην αγκαλιά του Ορφέα. Και βυθιστήκαμε σε όνειρα
κοινά που θα τα έκανε σύντομα σμπαράλια η πραγματικότητα.
Όταν ξύπνησα, ντύθηκα
άρον άρον και ενόσω οι ιταλοί κοιμόντουσαν, εξαφανίστηκα σαν κυνηγημένος. Μόλις
γύρισα στο σπίτι, οι γονείς μου με περίμεναν.
Στην αρχή μού κόπηκαν
τα πόδια. Λες να ήξεραν τι πήγα κι έκανα;
«Μάζεψε τα πράγματά
σου, μικρέ» είχε πει ο πατέρας μου. «Αύριο γυρίζουμε σπίτι μας».
Ευτυχώς δεν είχαν
ψυλλιαστεί το παραμικρό!
Φίλε Γιώργο, ειλικρινά
στεναχωριέμαι βαθύτατα που τόσα χρόνια αποσιωπούσα και σου έκρυβα ετούτη την
αλήθεια. Μάρτυς μου ο Θεός πως ήταν πολλές οι φορές που ήθελα να σου μιλήσω,
όμως πάντα κάτι συνέβαινε την τελευταία στιγμή και δεν το αποτολμούσα.
Μακάρι να σου είχα πει
νωρίτερα όσα έκρυβα τόσα χρόνια στα πιο απόκρυφα κιτάπια της καρδιάς μου. Τώρα
πια –το ξέρω– είναι αργά. Έφυγες πλέον για τον Παράδεισο. Κι εγώ παρέμεινα πίσω
να σε κλαίω. Ειλικρινά σου ζητώ να με συγχωρέσεις που δεν υπήρξα καλός φίλος.
Οι καλοί φίλοι δεν κρατάνε μεταξύ τους μυστικά.
Με αυτό το γράμμα, το
οποίο δεν θα φτάσει πότε στα χέρια σου, ωστόσο, πλέον ξέρεις την αλήθεια.
Εκείνο το καλοκαίρι της νιότης μου στη Γαύδο είχα δαγκώσει το μήλο απ’ το
απαγορευμένο δέντρο της Εδέμ.
Σαν χθες θυμάμαι που
φτάσαμε στο νησί και εγκατασταθήκαμε στο σπίτι της θείας μου, της Ελένης. Είχα
φτάσει βράδυ κι ο ουρανός χάριζε απλόχερα αστροφεγγιά.
Δικός σου, Αλκαίος
ΤΕΛΟΣ

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου