Ο μολυβένιος στρατιώτης


ΕΝΑ ΚΡΥΟ ΔΑΚΡΥ ΚΥΛΗΣΕ ΣΤΟ ΖΕΣΤΟ ΜΑΓΟΥΛΟ ΤΟΥ και πριν καν προλάβει να γίνει χείμαρρος και να τον παρασύρει στα νερά των λυγμών, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Μαριώ. Ο Ερρίκος πρόλαβε και έδιωξε μακριά το διάφανο δάκρυ με την ανάστροφη του χεριού του. Σαν να μην συνέβη τίποτα, γύρισε αργά αργά το κορμί του προς το μέρος της. Η Μαριώ οσφρίστηκε τη θλίψη που αιωρούνταν στο δωμάτιο και με τα χείλη της σχημάτισε ένα κίβδηλο χαμόγελο. Μπορούσε να δει ξεκάθαρα, πίσω από τα γυάλινα μάτια του, τον ωκεανό που ήταν έτοιμος να ορμήξει έξω από αυτά. Και γνώριζε πολύ καλά την αιτία που προκαλούσε αυτήν την τρικυμία στο παγωμένο του βλέμμα.

Ο Ερρίκος σηκώθηκε από το κρεβάτι και υποβασταζόμενος, σαν άψυχη κούκλα, από τη Μαριώ άφησε πίσω του την αποπνικτική ατμόσφαιρα του δωματίου του. Αν έμενε λίγα λεπτά ακόμη εκεί μέσα, ίσως και να πέθαινε από τις αναθυμιάσεις των αναμνήσεών του· που είχαν κατακλίσει το χώρο, σαν γκάζι που είχε αφεθεί επίτηδες ανοιχτό. Έμοιαζε με κινούμενο ερείπιο πλάι στη Μαριώ. Το πρόσωπό του είχε γεμίσει ρυτίδες από τις μεγάλες δόσεις θλίψεις, πόνου, οδύνης και σπαραγμού που έπαιρνε σε καθημερινή βάση εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο. Σνίφαρε τον πόνο σαν ναρκωτικό. Είχε εθιστεί επικίνδυνα στη θλίψη, βυθίζοντας τον εαυτό του σε ένα αέναο θρήνο που δηλητηρίαζε την ψυχή του, σαν καρκίνος που τον σκότωνε αργά και σιωπηλά.

Αργόσυρτα και αθόρυβα ήταν τα βήματά τους, καθώς σκαρφάλωναν τα άσπρα και γυαλιστερά σκαλιά ενός τεράστιου κτηρίου στο κέντρο της πόλης. Οι σιλουέτες τους, από μακριά, θύμιζαν εκείνες των ζωντανών-νεκρών που μόλις είχαν σηκωθεί από την τελευταία τους κατοικία. Ένα μαύρο πέπλο μελαγχολίας κάλυπτε τα πρόσωπά τους. Από κοντά, έμοιαζαν με τραγικές φιγούρες ενός ατέρμονου δράματος, κάποιου σαδιστή συγγραφέα. 

Το ρόλο της δυνατής είχε αναλάβει από την πρώτη κιόλας στιγμή η Μαριώ. Μια και τόσα χρόνια είχε αποδείξει πόσο καλή ήταν στο ρόλο της μητέρας, αυτή τη φορά ανέλαβε να υποδυθεί τον στυλοβάτη. Δεν το ήθελε και δεν μπορούσε, αλλά επιβάλλονταν να το θέλει και να μπορεί. Γιατί μια μητέρα γίνεται θυσία για το παιδί της. Έτσι και η Μαριώ έπρεπε να βρει τη δύναμη και την πίστη να σταθεί στα πόδια της και να στηρίξει το γιό της, τον Ερρίκο. Φορώντας καθημερινά τη μάσκα του χαμογελαστού ανθρώπου, στεκόταν στο πλευρό του. Δεν άντεχε να τον βλέπει να κλαίει. Ένα του δάκρυ ήταν αρκετό για να της ραγίσει την καρδιά, σαν πετραδάκι που σπάει το πιο εύθραυστο γυαλί σε χιλιάδες μικρά κομμάτια. Όμως, ακόμη και από τα θρυψαλάκια της ψυχής της έπρεπε να ανασυντεθεί και να αναστηθεί για χάρη του μονάκριβου γιού της.

Είχαν μπει, ήδη, μέσα στο τεράστιο κτήριο με τους μεγάλους διαδρόμους και τις αναρίθμητες πτέρυγες, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα και περισσότερο φημισμένα νοσοκομεία της χώρας. Το βλέμμα του Ερρίκου έπεσε φευγαλέα σε μία ψυχρή χρυσωπή επιγραφή που σχημάτιζε με άψυχα μαύρα γράμματα τη λέξη «Παιδιατρική». Δίπλα του η Μαριώ βάδιζε ανέκφραστη, με τις σκέψεις της καρφωμένες σε αυτό που επρόκειτο να συνέβαινε. Πλησιάζανε έξω από ένα δωμάτιο, καθώς ακούγανε από μέσα γέλια. Παιδικά γέλια. Ξαφνικά, σαν κάποιο αόρατο χάδι τρυφερότητας να πέρασε από πάνω τους και να τους προκάλεσε ένα αίσθημα ζεστασιάς και νοσταλγίας στην καρδιά τους. Φτάνοντας έξω από την πόρτα κοντοστάθηκαν για λίγο, σαν παρατηρητές, ελπίζοντας να βρούνε και να γευτούνε - γιατί όχι - και αυτοί μια μερίδα από το γλυκό της ευτυχίας.

Χαρούμενα και ευτυχισμένα παιδάκια, ηλικίας μεταξύ έξι και οκτώ χρονών, ομόρφαιναν αυτό το παγωμένο και άψυχο δωμάτιο της παιδιατρικής πτέρυγας. Ένα αγοράκι, μάλλον έξι χρονών, κρατούσε στα χέρια του ένα λούτρινο αρκουδάκι και το χάιδευε στην κοιλιά. Από το σώμα του αγοριού έβγαινε ένας διαφανής σωλήνας που κατέληγε σε ένα σακουλάκι κρεμάμενο κάπου στη μέση του. Σε ένα άλλο κρεβάτι, ένα κοριτσάκι περίπου επτά χρονών έγραφε ένα γράμμα, προφανώς στον Άγιο Βασίλη, εξηγώντας του το πόσο καλό κορίτσι ήταν όλο το χρόνο, φορώντας ένα κόκκινο χριστουγεννιάτικο σκούφο που έκρυβε το άδειο από μαλλιά κεφάλι της. Για μία στιγμή το βλέμμα του κοριτσιού διασταυρώθηκε με του Ερρίκου, κάνοντάς τον να νιώσει ενοχές, που έστω και ως παρατηρητής είχε εισβάλει στη ζωή τους. Ένα χαμόγελο, όμως, αισιοδοξίας και ζεστασιάς που ζωγραφίστηκε στο παιδικό προσωπάκι, έκανε τον Ερρίκο να νιώσει ρίγος, ελευθερώνοντας ένα δάκρυ που τόση ώρα πάλευε να δραπετεύσει από το αριστερό του μάτι.

Αμέσως μετά την ολιγόλεπτη στάση τους, συνέχισαν να περπατάνε καταλήγοντας στο τέλος του διαδρόμου. Από εκεί πήρανε το ασανσέρ και ανεβήκανε έξι ορόφους. Σε όλη τη διαδρομή τούς συνόδευε μια μαύρη θλίψη, που δεν τους άφηνε να ανταλλάξουν ούτε μισή λέξη. Λίγο πριν βγούνε από το ασανσέρ, η Μαριώ άδραξε τον Ερρίκο από το μπράτσο. 

«Σ’ αγαπώ» πρόλαβε να του πει πνιχτά, πριν την προλάβουν οι λυγμοί και τα αναφιλητά. 

Για πρώτη φορά μετά από έναν ολόκληρο χρόνο, η μάσκα της δυνατής και της αγέρωχης φιγούρας έπεσε, αποκαλύπτοντας το πόσο ευαίσθητη και εύθραυστη ήταν στην πραγματικότητα.

Ο Ερρίκος τα έχασε. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ένιωσε να χάνει το στήριγμά του, την ασφάλειά του, το αποκούμπι του. Ένιωσε σαν δέντρο που χάνει το χώμα ανάμεσα στις ρίζες του. Βρέθηκε εκτεθειμένος. Ολόγυμνος μπροστά στα άγρια βλέμματα της μοναξιάς.

«Κι εγώ» της ψιθύρισε και με τα δάχτυλά του τής χάιδεψε τα μαλλιά.

Μόλις είχε διαπιστώσει, πως πλάι του είχε ένα θησαυρό ανεκτίμητης αξίας. Και σαν να αντιστράφηκαν, ξαφνικά, οι ρόλοι, τώρα ήταν η σειρά του να φανεί δυνατός και να σταθεί στο πλευρό της. Ένιωθε να πατάει στα πόδια του γερά, γιατί έτσι άρμοζε. Έπρεπε να σταθεί στο ανάστημά του και να συγκρατήσει τη μητέρα του, μια και η πίστη της είχε φτάσει στο ναδίρ.

«Όλα θα πάνε καλά» της είπε με ήρεμη φωνή. 

Ήταν τόσο σίγουρος και πιστικός που την έκανε, έστω και προσωρινά, να πάψει να κλαίει.Όμως μέσα του πονούσε - ένας Θεός ξέρει πόσο - και ο ίδιος σιωπηλά, και ούρλιαζε βουβά, καταπίνοντας όλες τις κραυγές που ήθελε να απελευθερώσει. Παρά το ωραίο και καλογυμνασμένο του παρουσιαστικό, ήταν κι αυτός αδύναμος και αβοήθητος.

«Μην το κάνεις. Σε παρακαλώ» σκέφτηκε δυνατά η Μαριώ, χωρίς να αντιληφθεί ότι τα λόγια της ταξίδεψαν ως τα αυτιά του Ερρίκου.

Οι λέξεις εισχώρησαν μέσα στο μυαλό του, θέλοντας να του αλλάξουν γνώμη. Αλλά η φωνή της καρδιάς του ήταν τόσο δυνατή, που έκανε κάθε θόρυβο να σωπάσει μπροστά της.

«Θα το κάνω» μια φράση που ξεστόμισε η καρδιά του και σαν βέλος εκτοξεύτηκε και σφήνωσε στην καρδιά τής Μαριώς.

Ένας άντρας με επιβλητικό παρουσιαστικό και άδειο βλέμμα, χωμένος μέσα σε μια ιατρική μπλούζα - που έδινε την εντύπωση ότι ένιωθε άβολα μέσα εκεί, σαν στρατιώτης μέσα σε μια μεταλλική ασήκωτη πανοπλία - τους πλησίασε.

«Είσαι έτοιμος;» απευθύνθηκε όσο πιο ψυχρά μπορούσε στον Ερρίκο και με ένα νεύμα του τον παρότρυνε να τον ακολουθήσει.

Σαν να έπεσε, ξαφνικά, η θερμοκρασία στο διάδρομο και να βρέθηκαν για λίγο στην Ανταρτική. Τα βλέμματά τους παγώσανε και οι καρδιές τους σταμάτησαν να χτυπάνε. Εκείνα τα αναθεματισμένα δευτερόλεπτα δεν έλεγαν να περάσουν. Έμειναν να τον κοιτάζουν αποσβολωμένοι με τα πρόσωπά τους τόσο χλωμά, σαν το χιόνι.

«Ακολούθησέ με» διέταξε με δυνατή ξύλινη φωνή ο γιατρός και τους ταρακούνησε από την απραξία τους.

Ο χειρουργός είχε ήδη μπει μέσα σε κάποιο γραφείο για τα διαδικαστικά. Πριν προλάβει να κάνει βήμα ο Ερρίκος, η μητέρα του με μια δρασκελιά τον προφταίνει και τον σταματάει.

«Μην μπεις εκεί μέσα» του είπε με πρόσωπο στολισμένο από τα δάκρυα που έτρεχαν σαν ποτάμι.

«Ό,τι κι αν πεις, δεν αλλάζω γνώμη» της αντιγύρισε ο Ερρίκος και συνέχισε, μη αφήνοντάς της χώρο για να τον διακόψει «Θα το κάνω, γιατί έτσι πρέπει».

«Μην το κάνεις επειδή νιώθεις τύψεις» πρόλαβε να του πει, πριν τους πλησιάσει για δεύτερη φορά ο γιατρός.

«Ο χρόνος ρέει σαν νερό» τους διέκοψε και τους θύμισε με την παρουσία του ότι δεν είχαν άλλο χρόνο.

«Πάμε» είπε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο Ερρίκος.

«Δεν το κάνω από τύψεις» γύρισε και απευθύνθηκε στη Μαριώ. «Το κάνω επειδή την αγαπώ» συμπλήρωσε την πρότασή του και σχεδόν αμέσως ένα δάκρυ μουτζούρωσε το πρόσωπό του.

Φίλησε όσο πιο γλυκά μπορούσε τη μητέρα του και έπειτα ακολούθησε τον γιατρό, σε μία διαδρομή που θύμιζε μαραθώνιο. Αφήνοντας πίσω του μια μάνα έρμαιο τής δικής του απόφασης. Μιας απόφασης ζωής και θανάτου. Ήταν πια τελεσίδικο, θα χάριζε το δεξί του πόδι στο κορίτσι που χτύπησε ο πατέρας του με το αυτοκίνητο ένα χρόνο πριν… 

***

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Λυδία μου, σ' ευχαριστώ μέσα απ' την καρδιά μου για τα καλά σου λόγια! <3

      Διαγραφή
  2. Αντρέα μου, δεν είναι μόνο η δική σου οπτική που κάνει αυτή την ιστορία όμορφη. Είναι και ο τρόπος που την έχεις γράψει. Οι εικόνες σου, οι περιγραφές σου, τα συναισθήματα αλλά και η ένταση που μπορείς και περνάς στον αναγνώστη. Ένα μεγάλο μπράβο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάντα μέλι στάζουν τα χείλη σας, Αντιγόνη μου! Σας ευχαριστώ πολύ πολύ! <3

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το τριαντάφυλλο του θανάτου

Παιδιά με γραβάτες

Επικήδειος