Αναρτήσεις

Το όνειρο του Άδη (απόσπασμα)

Εικόνα
«ΞΥΠΝΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ» τον επανέφερε στην πραγματικότητα η μικρή του αδερφή δίνοντάς του παράλληλα και μια αγκωνιά στα πλευρά. «Μας εντόπισαν». Με το σακίδιο περασμένο στον ώμο της, η Λευτεριά, ένα κορίτσι δέκα χρονών με μαύρα μαλλιά τυλιγμένα σε κοτσίδα και μάτια σαν μέλι, άρπαξε τον Αύγουστο από το δεξί του χέρι και τον τράβηξε να σηκωθεί. Ο Αύγουστος γούρλωσε τα μάτια του όλο απορία.  «ΠΑΜΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ, ΤΩΡΑ» σχεδόν ούρλιαξε από το φόβο της η Λευτεριά και πετάχτηκε έξω από τη σκηνή.  Η βλάστηση ήταν πυκνή και σχεδόν έκρυβε τον ήλιο ακόμα και μέσα στο καταμεσήμερο. Είχαν στήσει τις σκηνές τους σ’ ένα ξέφωτο τη μια πολύ κοντά στην άλλη. Δεν ήταν πολλές, αλλά ήταν αρκετές για να φιλοξενήσουν στην κοιλιά τους δέκα μικρά παιδιά. Η Λευτεριά έπιασε το σταυρουδάκι που κοσμούσε τον παιδικό της λαιμό και προσευχόμενη το έσφιξε στην παλάμη της. Ο Αύγουστος βγήκε κι αυτός από τη σκηνή την ώρα που ο Γιώργος, ένας γεματούλης έφηβος με σπυριά στο πρόσωπο και γυαλιά μυω...

Αμαρτίαι γονέων (απόσπασμα)

Εικόνα
ΚΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΝΤΟΥΛΑΠΑ κρύβονταν ο μικρός Σταμάτης. Κρατιόνταν – ένας Θεός ξέρει πόσο – για να μην τον ακούσουν να κλαίει. Η ντουλάπα βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του. Με το χέρι του έφραζε το στόμα του για να μην του ξεφύγουν τ’ αναφιλητά. Ευχόταν να είχε πεθάνει αυτός τότε που η μητέρα του απέβαλλε το δεύτερο παιδί. Παρακαλούσε τον Θεό να μπορούσε κάπως ν’ αντάλλασσε τη θέση του. Δεν άντεχε άλλο αυτό το μαρτύριο. Δεν μπορούσε να ζει για πάντα σ’ αυτό τον αέναο εφιάλτη. Ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό. Το εκκωφαντικό μπουμπουνητό που ακολούθησε ακούστηκε σ’ όλη την οικουμένη. Ξάφνου τα φώτα έσβησαν σ’ όλη την πόλη. Όλοι έμειναν χωρίς ρεύμα.  Γενικό μπλακ άουτ.  Ο Σταμάτης κρυμμένος κι εγκλωβισμένος στην ντουλάπα άκουγε τα πάντα. Δεν έβλεπε, αλλά άκουγε. Τα πάντα. Τα βογγητά της μητέρας του, του έσκιζαν την καρδιά. Πώς είναι δυνατόν ένα παιδάκι να τα υπομένει όλα αυτά; Ποιος καλός Θεούλης επιτρέπει κάτι τέτοιο; Βογγητά, κραυγ...

Πού ήταν ο Θεός;

Εικόνα
ΕΦΥΓΑ, ΠΡΙΝ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ, να πάω στα ζωντανά κι όταν γύρισα... Μεγάλη παύση. Ένας λυγμός σκαρφαλώνει στο λαιμό του κι αρχίζει να τον πνίγει. Παρά ταύτα, βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει: Κι όταν γύρισα, νόμιζα, -ωχ, Θεέ μου!- ότι κοντοζύγωνα στην Κόλαση - σα να διάβαινα, γιε μου, τις Πύλες της Κολάσεως. Φρίκη! Ο θάνατος σε τρυπούσε ως την καρδιά. Παντού, τριγύρω, τον ένιωθες να σε ζυγώνει. Φωτιές, καπνός και θανατικό. Μ' έζωναν τα φίδια έως ότου να φτάκω στο σπίτι μου - δεν ήξερα τι θ' αντικρίσω. Πάλι καλά που δεν έσπασε η καρδιά μου απ' την πίεση. Σταματάει για να πιει μια γουλιά νερό. Το στόμα του έχει στεγνώσει, σε πλήρη αντίθεση με τα μάτια του που είναι υγρά κι έτοιμα να στάξουν. Δεν ήξερα τι -στο διάβολο- μπορεί να είχε συμβεί και ούτε καν το φανταζόμουν. Ναι, είχαμε πόλεμο. Ναι, στον πόλεμο συμβαίνουν φρικτά και τρομερά πράγματα. Εκεί, παιδί μου, ο άνθρωπος βγάζει την καλοσυνάτη μάσκα του και παύει να υποκρίνεται τον καλό - πλέον είναι ελεύθερος να κ...

Μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί

Εικόνα
*Ο Επίμονος Κηπουρός ευχαριστεί θερμά το Fotografico50 για την ευγενική προσφορά τής φωτογραφίας. Δάκρυ δάκρυ  μάζευε και μέθαγε τα λάθη δάκρυ δάκρυ μάζευε και κέρναγε τα πάθη. Μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί αυτοί, αυτοί π' αγαπούν σιωπηλοί. Μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί αυτοί, αυτοί που ζούνε μοναχοί. Δάκρυ δάκρυ μάζευε και πλήρωνε τις αμαρτίες Δάκρυ δάκρυ μάζευε και έπνιγε τις Ερινύες. Μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί αυτοί, αυτοί π' αγαπούν σιωπηλοί. Μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί μες στη ζωή υπάρχουν κι αυτοί αυτοί, αυτοί που ζούνε μοναχοί. Τα δάκρυα του μάζευε σ' ένα δοχείο για να αντέξει της ζωής του το αστείο.

Μια χούφτα μαχαιριές

Εικόνα
Πυρώνει ο ήλιος τον κόσμο κι εσύ ψάχνεις λίγο δυόσμο πληρώνει αναδρομικά η ψυχή τα ψεύτικα όνειρα και μιαν ευχή. Βουτιές, θηλιές, αγκαλιές και μια χούφτα μαχαιριές γουλιές, σιωπές και κραυγές για δυο λέξεις ακριβές. Απλώνει η θάλασσα μαύρο σεντόνι κι ο ουρανός το τρύπιο παντελόνι ξαπλώνει η νύχτα μοναχή καρτερώντας τη νεκρή αυγή. Βουτιές, θηλιές, αγκαλιές και μια χούφτα μαχαιριές γουλιές, σιωπές και κραυγές για δυο λέξεις ακριβές.

Τα αστέρια

Εικόνα
Για όλα τ' αστέρια που έσβησαν.  Άδικα. "ΚΟΙΤΑ" , ΕΙΠΕ ΚΙ ΕΔΕΙΞΕ με το μικροσκοπικό χεράκι της τον έναστρο ουρανό, "δεν είναι πολύ όμορφος;"  Το αεράκι τής χάιδεψε τα μαλλιά. Μαζί του έφερε και λίγη αλμύρα απ' τη θάλασσα που κοιμόταν γαλήνια δίπλα τους.  "Δεν είναι από μόνος του όμορφος" απάντησε και πέταξε ένα βότσαλο στη θάλασσα προκαλώντας ταραχή - λίγα μικρά κύματα εμφανίστηκαν στο σημείο που έπεσε η πέτρα και χάθηκαν στο άψε-σβήσε.  "Τι θες να πεις;" Παραξενεύτηκε απ' την απάντησή του.  Ένα αστέρι διέγραψε μια χρυσαφιά πορεία στον νυχτερινό ουρανό. Έκανε μια μικρή βόλτα για στερνή φορά ανάμεσα στα υπόλοιπα άστρα.  Και χάθηκε. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μαζί του εξαφανίστηκε και η χρυσαφένια ανταύγεια που το ακολουθούσε σαν σκυλί.  "Όμορφο τον κάνουνε τ' αστέρια", είπε και το βλέμμα του χάθηκε στο άπειρο τού διαστήματος.  Ο ουρανός, εκείνο το βράδυ, ξερνούσε αστροφεγγιά.  ...

Πρωτομαγιά

Εικόνα
Πρωτομαγιά κι ο Άδης έβαλε τα γιορτινά κόκκινες παπαρούνες στόλισαν τα βουνά μικρά παιδιά τρέχουν στα λιβάδια με χαρά κι ο κάτω κόσμος μοιάζει με παιδική χαρά. Αχ και ν' απεργούσαν όλοι  στης καρδιάς το μοιρολόι  Αχ και να γυρνούσαν κι οι νεκροί  απ' του κάτω κόσμου τη φυλακή.  Πρωτομαγιά κι ο Άδης έβαλε τα γιορτινά  κόκκινες παπαρούνες στόλισαν τα βουνά  μικρά παιδιά τρέχουν στα λιβάδια με χαρά  κι ο κάτω κόσμος μοιάζει με παιδική χαρά.  Αχ και να σ' έβλεπα ξανά  στου ονείρου τ' απατηλά νερά  Αχ και να σ' έβλεπα μπρος μου  και ας γινόμουν ξανά δικός σου.